«Στρακαστρούκες»: Ένα έργο που θα έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία

Υπάρχουν παραστάσεις που σου αρέσουν. Υπάρχουν παραστάσεις που θαυμάζεις. Και υπάρχουν κι εκείνες οι σπάνιες που δεν τις παρακολουθείς απλώς: τις κουβαλάς μαζί σου για μέρες, ίσως και για χρόνια. Οι «Στρακαστρούκες» ανήκουν αναμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία.
Δεν είναι τυχαίο που η παράσταση έγινε sold out από στόμα σε στόμα. Γιατί όταν το θέατρο αγγίζει μια αλήθεια τόσο βαθιά, δεν χρειάζεται διαφήμιση. Χρειάζεται μόνο ανθρώπους που βγαίνουν από την αίθουσα συγκλονισμένοι και νιώθουν την ανάγκη να πουν σε κάποιον άλλο: «Πρέπει να το δεις».
Ο Δημήτρης Σαμόλης, μόνος επί σκηνής για 70 ολόκληρα λεπτά, καταφέρνει κάτι σχεδόν μαγικό. Ένας μονόλογος που δεν μοιάζει ποτέ με μονόλογο. Το σώμα του βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση, η φωνή του μεταμορφώνεται ασταμάτητα, οι χαρακτήρες ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια μας. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα γίνεται παιδί, πατέρας, φίλος, φόβος, τραύμα και ελπίδα. Και το κοινό δεν παίρνει ποτέ το βλέμμα του από πάνω του.
Το κείμενο είναι μια γροθιά στο στομάχι, αλλά όχι από εκείνες που θέλουν απλώς να σοκάρουν. Είναι μια γροθιά που έρχεται από τη ζωή την ίδια. Από όλα όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ μέσα σε ένα σπίτι. Από όλα τα «σ’ αγαπώ» που έμειναν εγκλωβισμένα πίσω από κλειστά στόματα. Από όλα τα παιδιά που μεγάλωσαν πιστεύοντας ότι πρέπει να αλλάξουν για να αξίζουν την αγάπη και την αποδοχή.
Διάβασε επίσης: Ο Δημήτρης Σαμόλης στο Talk to Mad: «Το έπος του χωρισμού μου θα έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία»
Οι «Στρακαστρούκες» μιλούν για τη διαφορετικότητα, αλλά στην πραγματικότητα μιλούν για κάτι πολύ μεγαλύτερο: για την ανθρώπινη ανάγκη να ανήκουμε. Να μας δουν. Να μας αποδεχτούν. Να μας αγαπήσουν χωρίς προϋποθέσεις.
Μιλούν για όλους εκείνους που κάποια στιγμή στη ζωή τους ένιωσαν «λάθος». Για όσους προσπάθησαν να μικρύνουν τον εαυτό τους για να χωρέσουν στις προσδοκίες των άλλων. Για όσους έφυγαν μακριά από τον τόπο τους, από την οικογένειά τους, από το παρελθόν τους, πιστεύοντας πως έτσι θα αφήσουν πίσω και τις πληγές τους.

Και όμως, η παράσταση μάς θυμίζει με σκληρή τρυφερότητα ότι οι πληγές δεν μένουν ποτέ πραγματικά πίσω. Τις κουβαλάμε μαζί μας. Σαν μικρά αντικείμενα κρυμμένα σε μια βαλίτσα που δεν αδειάζει ποτέ. Όσο κι αν προχωρήσουμε, όσο κι αν αλλάξουμε, κάποια στιγμή θα βρεθούμε ξανά απέναντί τους. Και τότε θα χρειαστεί να αποφασίσουμε αν θα συνεχίσουμε να κρυβόμαστε ή αν θα κοιτάξουμε κατάματα τον άνθρωπο που υπήρξαμε.
Αυτό που κάνει την παράσταση τόσο σπουδαία είναι ότι δεν καταγγέλλει μόνο τον εκφοβισμό, τη βία ή την απόρριψη. Μιλάει για τις συνέπειές τους. Για το αποτύπωμα που αφήνουν στην ψυχή ενός ανθρώπου. Για τον τρόπο που μια λέξη, μια σιωπή ή μια απόρριψη μπορεί να ακολουθεί κάποιον για μια ολόκληρη ζωή.
Και μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι, υπάρχει φως. Ένα πείσμα για ζωή. Μια βαθιά πίστη ότι ο άνθρωπος αξίζει να αγαπηθεί γι’ αυτό που είναι. Ότι η ελευθερία δεν βρίσκεται στο να γίνεις κάποιος άλλος, αλλά στο να μπορέσεις κάποτε να σταθείς απέναντι στον εαυτό σου και να τον αποδεχτείς.
Φεύγοντας από την παράσταση, δεν ένιωσα μόνο συγκίνηση. Ένιωσα θυμό για όσα παιδιά εξακολουθούν να μεγαλώνουν φοβισμένα. Ένιωσα θλίψη για όσους δεν πρόλαβαν να ακούσουν τα λόγια που είχαν ανάγκη. Αλλά ένιωσα και ελπίδα. Γιατί έργα σαν αυτό ανοίγουν συζητήσεις που η κοινωνία μας εξακολουθεί να φοβάται να κάνει. Έργα σαν τις «Στρακαστρούκες» αγκαλιάζονται από τους ανθρώπους και γιατί δεν αφηγούνται απλώς μια ιστορία αλλά φωτίζουν κομμάτια του εαυτού μας που συχνά φοβόμαστε να αντικρίσουμε.
Οι «Στρακαστρούκες» δεν είναι απλώς μια θεατρική παράσταση. Είναι μια υπενθύμιση του τι συμβαίνει όταν η αγάπη υποχωρεί μπροστά στον φόβο, όταν η αποδοχή χάνεται μέσα στην προκατάληψη και όταν οι άνθρωποι αναγκάζονται να κρύβουν τον αληθινό τους εαυτό για να επιβιώσουν. Είναι μια ωδή σε όλους όσοι πάλεψαν να γίνουν αυτό που πραγματικά είναι, σε όλους όσοι ένιωσαν κάποτε μόνοι, διαφορετικοί ή αόρατοι. Και είναι από εκείνα τα έργα που θα έπρεπε να διδάσκονται στα σχολεία, γιατί δεν μιλούν μόνο για τη διαφορετικότητα, αλλά μιλούν για την ανθρωπιά.
Φεύγοντας από το θέατρο, δεν παίρνεις μαζί σου μόνο την ιστορία του Κωσταντή. Παίρνεις μαζί σου όλους εκείνους τους ανθρώπους που δεν άκουσαν ποτέ το «σ’ αγαπώ» που είχαν ανάγκη. Όλους εκείνους που προσπάθησαν να χωρέσουν σε ζωές που δεν τους χωρούσαν. Και αναρωτιέσαι πόσοι πόνοι θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί αν είχαμε μάθει να αγαπάμε λίγο πιο ανοιχτά, να ακούμε λίγο πιο προσεκτικά και να αποδεχόμαστε λίγο πιο γενναία.
Γιατί στο τέλος, οι μεγαλύτεροι θόρυβοι δεν είναι οι στρακαστρούκες που σκάνε μέσα στη νύχτα. Είναι οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ, οι αγκαλιές που δεν δόθηκαν, οι άνθρωποι που έφυγαν χωρίς να προλάβουν να πιστέψουν πως άξιζαν να αγαπηθούν. Και αυτό το «μπαμ» δεν το ακούς στα αυτιά σου. Το ακούς να αντηχεί μέσα σου, πολύ ώρα μετά το τελευταίο χειροκρότημα.
Δείτε το πλήρες άρθρο στο mad.gr →